Translate

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Π. ΝΟΥΝΗΣ, [ΜΕΡΟΣ Β΄] ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ



ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΠΙΣΦΑΛΩΝ ΚΑΙ ΣΟΦΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥ
ΜΕΡΟΣ Β΄
τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη



Ε΄. ΠΟΥ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ Η ΑΔΙΑΚΡΙΤΗ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΗ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ/ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ;

 Κατά το τρίτον (3) σημεῖον τῆς μελέτης τοῦ Γιάγκου, παρατηρῶ δυστυχῶς μία ἐπιπρόσθετη, φαντασιοκοπία ἀνιστόρητη καθῶς καί φαρσοκωμωδία ὁλκῆς. Φαινομενικά, ἄν κανεῖς ἁπλός ἀναγνώστης τολμήσει νά μελετήσει, την διάτρητη μελέτη του καθηγητοῦ, ἀσφαλέστατα καί θα πελαγώσει, ἀπό τον καταιγισμό τῶν πολλαπλῶν και φαινομενικά «ἀποδεικτικῶν» πληροφοριῶν· ἀλλά σίγουρα ἀπό την ἄλλη, θέλει γερά νεύρα και Ἰώβειον ὑπομονή, γιά να ξεδιπλωθεῖ καλῶς, ὁ σωτήριος «Μίτος τῆς Ἀριάδνης» ἵνα ἀπεγκλωβισθῶμεν, ὁριστικῶς και ἀμετακλήτως, ἀπό τά Μινωταύρια κέρατα και τά ἐν λαβύρινθῳ θεολογικά στερεότυπα, τῆς νεοΦαναριώτικης κουστωδείας και ἀπό τους ἡμιμαθεῖς δογματισμούς τῶν ἀκαδημαϊκῶν φερεφώνων της.

Εἰδικώτατα θεωροῦμε: λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ Νεοφαναριῶτες καταπίνωσιν ἀμάσητη την Φραγκολατινική παράδοσιν και προπαγάνδαν, ἐτοῦτη ἔκανε θανατηφόρον μετάστασιν και εἰς τά ἀκαδημαϊκά ἔδρανα, πού δῆθεν κάνει παντιέρα ἡ ἐλεύθερη (!) και δημοκρατική (!!) κριτική (!!!) σκέψις. Ἕνα ἐπιστημονικοῦδι θα ἤθελα σημειώσω ἵνα μη πλατιάζω και μακρυγορῶ, μάταια, ἄν και ἔχουμε δρόμο ἀκόμη, και ὅποιος εἶναι καλοπροαίρετος ἐρευνητής το ἐρευνᾶ ἐξονυχιστικά: ὑφίστατο μία ἀνιστόρητη φαντασιοπληξία καί συστηματική ἀκαδημαϊκή ἄποψις, δηλ. ἐσφαλμένη ἐπιστημονική γνώμη, ἡ ὁποῖα σερβίρεται ἀδιάλειπτα ἐκ τοῦ σεπτοῦ Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι γέγονεν Μέγα Σχίσμα (το 1054) μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ρωμῃῶν (Νέας Ρώμης) μετά τῶν Ὀρθοδόξων Λατίνων Ρωμῃῶν (τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης), διό συχνάκις μᾶς παπαγαλίζωσιν τοῦτο: «Σχίσμα μεταξύ τῆς Δυτικῆς και Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας», ὅπερ και εἶναι μᾶλλον, ἄκρως ἀπαράδεκτον, ἐξ ἱστορικῆς κατ΄ἀρχᾶς ἐπόψεως, και ἔπειτα ἐκ τινάς Ἐκκλησιολογικῆς, Κανονικῆς και Δογματολογικῆς ἄποψις. Ἄς ξεδιαλύνει το ἐνθᾶδε Ἱστοριολογικόν μυστήριον ὁ πρύτανης τῶν κορυφαίων  Δογματολόγων και τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ἱστορικῶν ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης:

« (…) Ἐπί Μεγάλου Φωτίου ὑπήρχε σχίσμα και συγχρόνως δεν ἔγινε δογματικόν σχίσμα. Δηλαδή πρέπει να διακρίνωμεν σαφῶς τους Φράγκους ἀπό τους ἐν Ἰταλίᾳ Ρωμαίους. Μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων ὑπήρχε σχίσμα ἐξ αἰτίας ταῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου και τοῦ Fiolioque. Ἀλλά μεταξύ δυτικῶν και ἀνατολικῶν Ρωμαίων ΟΥΤΕ ὑπήρχεν ΟΥΤΕ ἔγινεν ἐπί Φωτίου και ΟΥΤΕ μετά ταῦτα ἔγινε δογματικόν σχίσμα, ἀφοῦ εἰς τά θέματα ταῦτα ὑπήρχε ἀπόλυτος συμφωνία.  Οἱ δυτικοί και ἀνατολικοί Ρωμαῖοι τοῦ θ΄ αἰῶνος ἐθεώρουν ἀλλήλους ὡς Ὀρθοδόξους και τους Φράγκους ὡς ἑτεροδοξους, ὡς φαίνεται σαφῶς ἀπό τάς κατά τῶν Φράγκων άποφάσεις τῆς ἐπί Φωτίου Η΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί εἰκόνων και Filioque και ὡς φαίνεται ἐπίσης σαφῶς ἀπό το ἔργον ταῶν ἁγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν το ὀρθόδοξον σύμβολον ἐν ἀντιθέσει προς το Φραγκικόν ὡς ὑπηρέται και ἀντιπρόσωποι ταῶν Ρωμαίων Ὀρθοδόξων παπῶν ταῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης… ἠγωνίσθησαν σκληρῶς οἱ ἐν Ἰταλίᾳ Ὀρθόδοξοι Ρωμαῖοι (σημ. δική μας: κατά τῶν Φράγκων και Λογγοβάρδων) να διατηρήσουν την πίστιν τῆς Ζ΄ και Η΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου». (ΡΩΜῃΟΣΥΝΗ ΡΩΜΑΝΙΑ ΡΟΥΜΕΛΗ, ἔκδοσις Τρίτη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, 2002, σελ. 112-113)

Κάντε τώρα την ἀντιπαραβολήν τοῦ πιο πάνω ἱστορικοῦ Ρωμανείδιου ἀποσπάσματος με τά ὅσα, ἀνόνητα, παπαγαληδόν, ψευδο-ἀποδεικτικά σοφίσματα τοῦ Γιάγκου και τῶν σύν αὐτῷ, πού ἀδυνατῶσιν παντελῶς να κάνωσι ἐπιστημονικά, τήν ἱστορικήν (να μᾶς πάρει ἡ Εὐχή) διάκρισιν, μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Λατίνων (Ρωμαίων ἤ Ρωμῃῶν) με τους ἑτερόδοξους Τευτονόφραγκους/Φράγκους/Φραγκογερμανούς/Λογγοβάρδους κ.ο.κ. Μη σᾶς πῶ ἀγαπητοί μου, ὅτι πάμπολλοι «ὀρθόδοξοι» καί ἀνθενωτικοί Οἰκουμενιστές, θεωρῶσιν φαντασιολογικῶς και προκλητικῶς, ἐλέω τῆς πλύσεως ἐγκεφάλου και τῆς καταμπαζωμένης δογματικῆς συνειδήσεώς των, πού ἐπικρατεῖ αἰῶνες τώρα, ὅτι: ὁ διαχρονικός ἔνοικος Πάπας και οἱ ὁπαδοί τοῦ Βατικανοῦ (Παπικοί ἤ Φραγκολατίνοι), εἶναι τις ὀρθόδοξος (sic) χριστιανός (;!) καί Λατίνος πάπας, ὡσάν τοῦς  Λατίνους πάπες ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου και Ἁγίου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Φωτίου. Μιλᾶμεν, διά μείζονα διεστραμένη, ἀνιστόρητη, ἀθεολόγητη, ἀπνευμάτιστη κ.ο.κ. ψευδο-ἀντίληψιν.

Ἐπίσης σε τοῦτο το σημεῖον,  να τονίσομεν, προς τον Γιάγκου και κάθε ἀλλον ἐνδιαφερόμενον, ὅτι δεν στέκει ὀρθῶς ἡ ἄποψις, ὅτι οἱ «ἑτερόδοξοι χριστιανοί» χρήζωσιν δῆθεν «ἐπανευαγγελισμό»· μιᾶς και δεν ἔχωσιν ἀκόμη ἀποδεχθεῖ, ἐξ ἀρχῆς, το Εὐαγγέλιον τῆς Ἐκκλησίας με τον ὀρθόδοξον, ἀπλανή και ἀλάθητον τρόπον διά τῆς ἐν Χριστῷ Μετανοίας, ὀρθῆς Κατηχήσεως και Μυστηριακῆς Βαπτίσεως. Πῶς θα ἐπανευαγγελισθῶσιν, οἱ ἀβάπτιστοι και ἀκατήχητοι, αἱρετικοί ὁπαδοί τοῦ Παπισμοῦ, Μονοφυσιτισμοῦ, Λουθηροκαλβισνισμοῦ; Πῶς εἶναι δυνατόν να ὁμιλεῖτε δημόσια, περί ἐπανευαγγελισμοῦ τῶν ἀβαπτίστων και ἀκατηχήτων, μά κυρίως περί τῶν ἀμετανοήτων Ἑτεροδόξων «χριστιανῶν» τοῦ ΠΣΕύδους; Δεν εἶναι ἀντίφασις θεολογική ἐν τοῖς ὅροις; Ἐπανευαγγελισμόν, ἐξάπαντος χρειάζονται τά ἀκατήχητα πλήν βεβαπτισμένα Μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἅπαντα τά ἑτερόθρησκα ἔθνη μαζί και οἱ ψευδοΧριστιανισμοί των, σύμφωνα με τον Κυριακό λόγον, χρήζωσιν ὅλοι τους, ἀπλανῶς και ὀρθοδόξως, κατήχησιν, βάπτισιν, θεία Εὐχαριστία, τουτέστιν ΕΥ-Α-ΓΓΕ-ΛΙ-ΣΜΟΝ, και ὄχι ἐπανευαγγελισμόν καθῶς το δεύτερον λέγεται συχνάκις πιππιληδόν.

Ὁ λίαν ἀγαπητός κύριος Θεόδωρος Γ., κάνει ἀναφορά στο 3ον σημεῖον στην τέταρτη παράγραφόν του, περί τῆς συγγνωστῆς ὑπεροψίας και τῆς διασπαστικῆς, πολιτικοθρησκευτικῆς προπαγάνδας, τῆς Βαβυλώνειας Ρώμης, και τοῦτο εἶναι σχετικά ὀρθόν. Ἡ πτυχή πού ἀπεσιωπεῖτο στο ἐνθάδε σημεῖον, εἶναι: ἡ «ἡμετέρα» αὐτογνωσία καί ἐνδοσκόπησις ποῦ ἐπῆγεν; Μήπως ἡ πολιτικοθεολογική προπαγάνδα τοῦ βατικανοποιημένου Πατριαρχείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δεν διακατέχετο ἀπό Πλανηταρχικήν ὑπεροψίαν και Ἀμερικανοποίητον ἀλαζωνία; Τά ἰδεοληπτικά ρεύματα πού ἐσυσκότεισαν, πλῆρες πλέον, το δύσμοιρον και σκοτεινόν Φανάριον, δεν ἐμβολιάζωσι ἀδιάλλειπτα, το Χριστοφόρον ποίμνιον με ὄζουσες, τοξικές, διασπαστικές και σιγονταροσχισματικές και αἱρετίζουσες τάσεις, τάσεις ἄκρως ἐπικίνδυνες, διά την Σωτηριολογικήν προοπτικήν μας, ἐλέω τινάς στυγερῆς ἐξομωσίας και τρισάθλιας ἀποστασίας;

Ἐξάπαντος ἡ ὑποθετική ρητορική ἀπορία και ἐπερώτησις τοῦ Γιάγκου, εἶναι ὁλοσχερῶς ἄστοχη, κατά την προσωπικήν μας ἄποψιν. Δεν εἶναι δίκαιον και ἀντικειμενικόν το ἐρώτημά του, διότι κατ΄ ἀρχήν: ΔΕΝ διδάσκωσιν ἅπαντες οἱ καθηγητές το πλανημένον, παρωχημένον καί στερεότυπον, ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι εἶναι δῆθεν Ἐκκλησία. Ὑφίσταντο ἀρκετοί καθηγητάδες, με ζηλότυπον καί ζωηρᾶ κριτική σκέψιν, πού ἀρνούνται κατηγορηματικά, να διδάξωσιν, στεῖρον ἐπιστημονισμόν και προπαγανδιστικά φληναφήματα, πολυποίκιλων πολιτικοθρησκευτικῶν κέντρων. Ἐξάπαντος εἶναι ΚΑΙ ἀντισυνταγματικόν, και ἀντι-Κατασταστικόν μά και ἀντι-Κανονικόν, ὀρθόδοξοι Καθηγητές, π.χ. στά Ἑλληνικά Πανεπιστημία (ὄχι μόνον σε Θεολογικές Σχολές) να διδάξωσιν, ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι εἶναι Ἐκκλησία. Δεν χρειάζεται να τεκμηρειωθεῖ και ἐπιστημονικά το πιο πάνω, πολλῷ μᾶλλον ἡ ἀμφισβήτησις, ὅτι δεν πρέπει να χρησιμοποιεῖται, ὁ ἀκαδημαϊκός ὅρος «ἐκκλησία», σε μία Πανορθόδοξη Σύνοδο. Ἐξάπαντος τινά «ἐπιστημονική» ἀπάντησιν σε θεολογικό ζήτημα, ἔδωσεν, κατά τις συνεδρίες τῆς ληστροΣυνόδου ὁ Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρος, ὅταν ἐδήλωσεν συνοδικῶς (!) τρομάρα του, ὅτι ἡ σύνοδος δεν εἶναι, ἀκαδημαϊκά θεολογικά ἔδρανα, διά θεολογικές συζητήσεις. Και ὅμως ὁ Γιάγκου, δεν δύναται να ἀντιληφθεῖ τά αὐτονόητα (!) τῶν ὁμοφρόνων του; Πόσῳ μᾶλλον ἐμεῖς, οἱ μη ἀκαδημαϊκοί. Σώνει και καλά να ἐμβολιασθεῖ, μία Σύνοδος τῆς Ἑκκλησίας, ἀπό ἀκαδημαϊκές φανφάρες και τεχνολογικά αἱρετίζουσες ὁρο[ἀερο]λογίες; Κριτήριον ἀπλανοῦς Συνοδικότητος, εἶναι ὁ κτιστός ἐπιστημονισμός και οἱ ἐπισφαλεῖς, ἀκαδημαϊκές ἐνέργειες, ἤ  ἡ Ἄκτιστος φωτιστική και θεοποιός ἐνέργεια ταῆς Θείας Χάριτος; Κατά την ταπεινή ἅποψίν μας, μία Ἁγιοπνευματική Πανορθόδοξη, Τοπική και Οἰκουμενική Σύνοδος, ΔΕΝ δύναται να χρησιμοποιεῖ, ἀδιάκριτα και προκλητικά, ἀμφιλεγόμενους ἀκαδημαϊκούς ὅρους, και τοῦτο, δύναται να τεκμηρειωθεῖ, τόσον ἐπιστημονικά ὅσον και χαρισματικά. Το ἀναντίρρητον και μείζον ἐρώτημα πού προκύπτει ὅμως ἀπ΄τά πιο ἐπάνω εἶναι: ΓΙΑΤΙ σώνει και καλά οἱ φοιτητές μας, να καταρτίζωνται πλανερῶς και ἐσφαλμένα; Ἀλλά και ποῖος, ἔχοντας ἐξουσίαν, δύναται νά παρέχει το θεσμικόν δικαίωμα, π.χ. στον διάσημο Κανονολόγο Γιάγκου, να διδάσκει, ἀλλότρια και αἱρετίζοντα πράγματα σε φοιτητές; Το Κράτος το ὁποῖο και τον μισθοδωτεῖ, ἤ μήπως, ἡ Ἐκκλησία την ὁποῖα καί διακονεῖ; Μήπως και τά (συν)ἀμφότερα μέρη; Και διά ποῖον λόγον ἀκριβῶς πρέπει να ἀναπαράγεται ἀδιάλειπτα το παραμύθιον τοῦ Καρλομάγνου;

Στ΄. ΒΛΑΣΦΗΜΟΣ Ο ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΟΙΣΤΡΟΣ ΤΩΝ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΩΝ.

Ἐντοῦτοις, ὀφείλω κάπου ἐδῶ να πῶ: ὅτι το θράσος ἀρκετῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι ἀπεριόριστον, διότι ἀπό την μία ἀρκετοί, ἀκαδημαϊκοί και Κληρικοί, δεν παραδέχονται ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀκαδημαϊκή ὁρολογία, «Ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες», ἄλλοι ἀπό την ἄλλη, θεληματικά και ἐτσιθελικά, ἐπιθυμῶσιν παμπόνηρα, να την ἐπιβάλλωσιν, εἰς την Ἐκκλησία διά τῆς θύρας τινάς Πανορθόδοξης Συνόδου. Οἱ (παν)ἄθλιοι Οἰκουμενιστές και Λατινόφρωνες, ἀποθρασύνονται μάλλιστα, ὅταν καπηλεύονται και παρερμηνεύωσιν Γραφικά και Ἁγιολογικά γραφθέντα και λεχθέντα. Τοῦτη ἡ ἀνίερη και ἀνέντιμη πράξις, ἐμπίπτει, πλέον εἰς το πεδιόν τῆς Μεταπατερικῆς Αἱρέσεως και στον Νεοβαρλααμισμό.

Δεν διστάζει ὁ κύριος Γιάγκου να μᾶς παραθέσει και Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, πού συνηγωροῦσιν με τον ἐσφαλμένο ψευτο-ἀκαδημαϊκόν συλλογισμόν του. Ἐλπίζομεν ὅμως, και πάλιν, νά μη γίνεται ἐπί ἰδιοτελοῦς σκοποῦ, ἀλλά ἀπό μεγίστη (ἔστω!) ἡμιμάθεια και ἀμάθεια· ὅμως, ἄν στην προαναφερομένη περίπτωσιν τινός περίλαμπρου και διεθνοῦς φήμης ἀκαδημαϊκοῦ, τοῦ πατρός Θεοδώρου Ζήση, ἦτο λίαν ἐπιεικῶς ἡμιμάθεια ἐκ μέρους τοῦ Γιάγκου· τότε εἰς την ἀποδεικτική «πατρολογικήν» μεθοδολογία του γιά να μᾶς πείσει, ὅτι ΚΑΙ οἱ Ἅγιοι  Θεοφόροι Πατέρες, συμφωνῶσιν (;) εἰς την ἰσχυρή ἄποψίν του, ὅτι ὁ ὁρος «Ἐτερόδοξη Ἐκκλησία» εἶναι ὀρθός (!) τόσον ἀπό ἀκαδημαϊκῆς ὅσον και ἀπό Ἐκκλησιολογικῆς (;!) ὁπτικῆς, τότε ἐμεῖς με την σειρά μας, τι  σόϊ θεο-λογικόν ἐπιχείρημα ἔχομεν να προτάξουμε ἀπέναντί του; Ἐμεῖς δεν ἔχομε κανένα ἐπιχείρημα να σᾶς παραθέσουμε…

Εἶναι ὄντως σοβαρή και ἀντικειμενική, ἐπιστημονική τοποθέτησις, ὅτι ὁ Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός, ὁ Ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος και ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης, ἀνεγνώριζαν και διετύπωναν, ἤ διετύπωναν χωρίς να ἀναγνωρίζωσι καί τῷ ὄντι γραπτῶς, τον ἑτερόδοξον πολύ-αἱρετικόν Παπισμό (Φραγκολατινισμό) ὡς μία ἀκόμη (!) Ἐκκλησία ἐκτός τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Οἱ μέθοδος τῶν Μεταπατερικῶν θεολογούντων καθηγητῶν, εἶναι ἄκρως βλάσφημη και ἐμπαικτική, κατά τῶν Ἁγίων, μιάς και ἀπομονώνουσι, δύο λεξίδια, τινάς προσωπικῆς ἄποψίς των (ἐσφαλμένης ἤ ὀρθῆς, δεν δύνανται (;) να κάνωσιν και ἐδῶ τινά θεολογική διάκρισιν) και μᾶς την παραθέτωσιν ὡς ἀκόνιστα, ξιφίδια και ἐγχειρίδια, ὡς δῆθεν δογματικόν ἤ καί ἱστορικο-κανονικόν ἀλάθητον, ἵνα ὑποστηρίξωσιν τά πλανεμένα και σαλευόμενα φαντασιολογήματά τους.

Ὁ ὁμόλογος και ὁμόφρων συνάδελφος τοῦ κ. Γιάγκου, ὁ σεβαστός Κανονολόγος κ. Παναγιώτης Μπούμης, σημειώνει και ἀντιγράφουμε, περί τῆς ἄνωθεν προβληματικῆς μας καθότι σε τοῦτο το σημεῖον του, μᾶλλον, ἔχει δίκαιον:

«Ἀν κάποτε γινόταν δεκτό ὅτι ὅλοι οἱ κανόνες και ὅλες οἱ γνῶμες και ὅλες οἱ ἀποφάσεις ταῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀλάθητες, τότε θα κινδυνεύαμε να προσχωρήσουμε στο Ρωμαιοκαθολικισμό, ἤ ἔστω θα δίναμε, χωρίς να το καταλαβαίναμε, ἐπιχειρήματα ὑπέρ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα. (…) Γιατί να δεχόμαστε το ἀλάθητο στις γνῶμες τῶν μεμονωμένων Πατέρων και να μην το δεχθοῦμε και στον Πάπα Ρώμης; Ἐπομένως ἀπό τά ἀνωτέρω συμπεραίνουμε ὅτι μόνο οἱ κανόνες, οἱ ὁποῖοι θεσπίσθηκανἐπικυρώθηκαν ἀπό μία Οἰκουμενική Σύνοδο ὑποδεικνύουν και δίνουν με βεβαιότητα το ὀρθό, διότι στηρίζονται στο ἀλάθητο τῆς Ἐκκλησίας. (…)» (ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ, ἔκδοση Τρίτη, ἐπηυξημένη, ἐκδόσεις: ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 25)

Αὐτό πού θέλει να διευκρινίσει ὁ Μπούμης εἶναι: ὅτι ΚΑΝΕΝΑΣ Θεοφόρος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, δεν διεκδικεῖ το ἀλάθητον. Εἰς την Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦμεν τον ὀρθόδοξο ὅρο  ὁ ἀπλανής Πατέρας και ὄχι ὁ ἀλάθητος Πατήρ. Ἔσφαλλαν και οἱ Ἅγιοι ὅσο και ἄν κακοφαίνεται σε μερικούς/ές ἀδιάβαστους/ες ἤ και ἀκατήχητους/τες. Ἔσφαλλαν μάλιστα και σε θεολογικά ἤ και θεολογούμενα ζητήματα. Ὁ Γιάγκου ὅσον και να ἀποπειράται να μᾶς ἀποδείξει, ὅτι μερικοί σύγχρονοι και παλαιοί ἀκαδημαϊκοί δάσκαλοι, ἀλλά και ἐλάχιστοι μεγάλοι Πατέρες ἤ και Συνόδοι τῆς Ἐκκλησίας, υἱοθέτησαν, τον ὅρο «Ἑτερόδοξη Ἐκκλησία» , και ὅτι ἦτο οἱ κύριοι πρωτοπόροι και εἰσηγητές, τινάς διπλῆς καί ἑτερόδοξης, «Χιμαιρικῆς Ἐκκλησιολογίας», ΔΕΝ εἶναι ἀλήθεια τοῦτο το πολύπλοκον φρόνημα, ὅτι  δηλ. ἀναγνώριζαν π.χ. την Παπική ἐκκλησία, ὡς μίαν ἀκόμη ἐπιπρόσθετον Ἐκκλησίαν, πλήν τῆς ἰδικῆς των. Τοῦτο εἶναι ΜΕΓΑ λάθος, ἄν ὄντως, τοῦτο προσπαθεῖ ἔμμεσα (και ἄμεσα) να μᾶς ἀποδείξει, ὁ λίαν καλός, καθηγητής. Ἐξάπαντος φίλοι και φίλες, ἄν δέν ἦτο ἕνα ἀνθρώπινο σφάλμα, ὑπό τινάς προσωπικῆς ἄποψίς τους, τοῦτο ᾆραγέ ἐξουσιοδωτεῖ, τον κάθε Γιάγκου και τους συν αὐτῷ παρατρεχάμενους, να καπηλεύονται ἀνόητα, τους θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Τόσον οἱ Ἅγιοι, ὅσον και Σύνοδοι (βλεπ. Ληστρικές Σύνοδοι κ.ο.κ.) Ε-ΣΦΑ-ΛΑΝ και ΣΦΑ-ΛΛΩ-ΣΙΝ. Το αἱρετικόν Ἀλάθητον, διεκδικεῖτο διαχρονικῶς, ὡς παπική δογματική διδασκαλία, ὑπό τῶν Φραγκολατίνων Παπῶν.

Ζ΄.  ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΨΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ;

 Το Δόγμα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας, δεν το ἀλλοίωσαν οἱ πιο πάνω θεοφόροι Πατέρες (Μητροπολίτης Ἐφέσου Μάρκος Ἐφέσου, Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, Νεκτάριος Πενταπόλεως)  πού μᾶς παραπέμπει (κρίμας!) ὁ Γιάγκου, ἀλλά οἱ ἐν Κολυμπαρίῳ ἀρχι-Λήσταρχοι πατέρες. Τοῦτη ἡ περίπτωσις εἰδικά μοῦ ἐθυμίζει, μίαν ὁμοειδήν περίπτωσιν, πού περιγράφει ἀμείλικτα ὁ Μέγας Οἰκουμενικός και Ἅγιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος, ὅταν σημειώνει τά ἀνάλογα περί τοῦτο:

«Ἀμβρόσιον και Αὐγουστῖνον και Ἱερώνυμον και τινάς ἑτέρους τῷ δόγματι τῆς Ἐκκλησίας ἀντανιστῶσι· και γάρ φασί αὐτούς το Πνεῦμα δογματίζει ἐκπορεύεσθαι τοῦ Υἱοῦ.» (Ἅπαντα τά Ἔργα, ΕΠΕ, Δογματικά, Τόμος 4ος, ξστ΄, σελ. 392). (Μτφρ: Ἀντιπαραθέτωσι στο Δόγμα τῆς Ἐκκλησίας τον Ἀμβρόσιο, τον Αὐγουστῖνον και τον Ἱερώνυμο και κάποιους ἄλλους. Διότι λένε, πώς δογματίζουν ὅτι το Πνεῦμα ἐκπορεύεται και ἀπό τον Υἱό).

Κάποιος, ἔφερε ὡς ἐπιχείρημα στον Πατριάρχη Φώτιο, ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες Ἀμβρόσιος, Αὐγουστῖνος και Ἱερώνυμος, διδάσκωσιν στα συγγράμματά τους, δογματολογικά, κάτι το παντελῶς ἀντίθετον  το ὁποῖον διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία. Ἡ ταυτόσημη δηλ. ἐνέργεια τοῦ Κανονολόγου Γιάγκου κ.ἄ. ὁμοφρόνων του. Και τι ἀνταπαντά, σε τέτοια ἔωλη και σοφιστική ἐπιχειρηματολογία, ἕνας Ἁγιος καί Μέγας Οἰκουμενικός Πατριάρχης και ὁ Φωτιστής τῶν Σλαύων; Παρ΄ ὅλον πού εἶναι θεσπέσιον  ὅλον το Φωνειανό Κείμενο και καθότι δεν εἶναι δυνατόν να σᾶς ἀντιγράψω, σελίδες ὁλόκληρες, πού ἀρμόζωσιν, ὡς ἐξαιρετικά εὔστοχη ἀπάντησιν, πρός τον Γιάγκου και την παρέα του, θα σᾶς παραθέσω ἐνδεικτικά, μερικά ἀκόμη ἀξιοσημείωτα ἀποσπάσματα:

  • « Ὁρᾶς σου τά σοφίσματα και τῶν χρήσεων τῆν παράχρησιν εἰς οἷόν σε βάθρον πλάνης και ἀπωλείας συνώθησε… οὐ μόνον οὐδεμίαν συνηγορίαν τῇ σῇ βλασφήμῳ παρέχονται γλώσση, ἀλλά και πάντων μᾶλλον την τόλμην αὐτῆς διελέγχουσι και την δίκην ἐπάγουσιν ἄφυκτον;». (ΕΠΕ, ἔνθ. ἀνωτ., ξε΄, σελ. 392).  (Μτρφ: Παρατηρεῖς σε ποιο βάραθρο τῆς πλάνης και τῆς ἀπωλείας σε ἔσπρωξαν τά σοφίσματά σου και ἡ παράχρησις (ἤ παρερμηνεία) τῶν πατρολογικῶν χωρίων… ὄχι μόνο δεν παρέχεται κάποια συνηγορία στη βλάσφημη γλώσσα σου, ἀλλά και περισσότερο ἀπ΄ὅλα ἐλέγχουσι την τόλμη της και ἐπισύρουν δικαίαν (πνευματική) τιμωρία πού εἶναι ἀδύνατο να ἀποφευχθεῖ).
  • «Και Πατέρας μέν καλοῦσι (καλοῦσι γάρ), ἀλλ΄οὔχ ἵνα το τῶν Πατέρων ἀπονείμωσι γέρας, ἀλλ΄ ἵν εὑρήσωσι δι΄ ὧν ἄν γένοιντο πατραλοῖαι». (ΕΠΕ, ἐνθ. ἀνωτ., ξθ΄, σελ. 396 ). (Μτφρ: Και τους ὀνομάζουσι μέν Πατέρες (πραγματικά ἔτσι τους ἀποκαλοῦσι), ἀλλά ὄχι για να τους ἀπονείμουσι το τιμητικόν βραβεῖον τῆς Πατρότητος, ἀλλά για να ἐφεύρωσι τρόπους με τους ὁποίους θα γίνουν φονεῖς τῶν Πατέρων τους).

Οἱ οἰκουμενιστές ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι και κληρικοί, δεν ἔχουσι ἀκόμη ἀντιληφθεῖ, το χαοτικόν βάραθρον, τῆς πολύ-αἱρετικῆς πλάνης τοῦ συγκρητισμοῦ, το ὁποῖον ὑποστηρίζωσιν ἐπιπόλαια καί ἀδαῶς, εἴτε ἐν γνώσει εἴτε και ἐν ἀγνοία· ἀλλ΄οὔτε κἄν προβληματίζονται διά τά ἄστοχα «ἀποδεικτικά» τους σοφίσματα και φληναφήματα, τά ὁποία διά τῆς χοντροειδοῦς, διαστροφῆς και ἀλλοίωσις, τῶν Πατρολογικῶν και Γραφικῶν χωρίων, δεν τους παρέχουσιν τεθεμελιωμένη και ἀσφαλή ἐπιχειρηματολογία, οὔτε και συνηγορῶσι μαζί τους κατόπιν οὐσιαστικῆς και σε βάθος ἕρευνα. Με την προσεκτική ἐνδελεχή και καλοπροαίρετη ἔρευνα, ἀποκαλύπτονται στο φῶς, τά ἔργα τοῦ σκότους, και θρυμματίζονται ὁλοσχερῶς σαν γυάλινος πύργος. Ἡ γλώσσα τῶν αἱρετιζόντων Κληρικῶν και Λαϊκῶν εἶναι τελικά, μία βλάσφημη γλώσσα, ἀκατανόητη και περίπλοκη, μεθυστική γλώσσα, μιᾶς και ἐμπεριέχει το τοξικότατον δηλητήριον της ὁχιᾶς! Οἱ ἴδιοι ἐραστές τῆς Οἰκουμενιστικῆς ἀποστασίας, χρησιμοποιοῦσι τους Πατέρες διά τους ἄνομους και σκοτεινούς σκοπούς τους, μά κυρίως, διά να τους δολοφονήσωσι μία ἀκόμη φορά, μιᾶς και ὁ διάβολος φθονεῖ την ἀτέλευστον δόξαν και αἰῶνιον τιμή τους, πού τους παρέχει, χωροχρονικά ἀλλά καί αἰῶνια, πλέον,  ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Una Sancta. Οἱ Πατέρες μας ὅμως, δεν εἶναι νεκροί, οὔτε δυνάμεθα να τους προσπεράσουμεν, διότι ὁ Θεός μας δεν εἶναι Θεός νεκρῶν, ἀλλά Θεός ζώντων!

Ἐπιμένει κύριε Γιάγκου, ὁ Μέγας Φώτιος, να (συν)προβληματίζει ἀπό την ἐποχή του ἄχρι τῆς ἰδικῆς μας ἐποχῆς:

«Τίνες Πατέρας τους ἱερούς ἄνδρας ὡς ἀληθῶς νομίζουσιν, οἵους ἠνάγκασεν ἡμᾶς ὁ δυσερῶς ταῆς ἀποστασίας ἔρως ὑπερασπιστάς προσκομίζει τοῦ δυσσεβήματος; (…) Και πῶς οὔκ ἔστι κατάδηλον, ὡς αἵρεσις ῥήματι μέν τους εἰρημένους ἄνδρας Πατέρας καλεῖ, ἔργῳ δε και τῇ κατασκευαζούσῃ μηχανῇ το οἰκεῖον βούλημα είς την θεομάχων και φθοροποιῶν μοῖραν αὐτούς ἀπελαύνουσιν; (Πατριάρχου Κων/Πόλεως Φωτίου, Ἅπαντα τά Ἔργα, ΕΠΕ, Δογματικά, Τόμος 4ος, ξζ΄, σελ. 394). (Μτφρ: Ποιοι θεωροῦν ἀληθινά ὡς Πατέρες, τους ἱερούς ἐκείνους ἄνδρες, αὐτούς πού μᾶς ἀνάγκασε ὁ κακόβουλος ἔρωτας τῆς ἀποστασίας ὥστε να τους προσκομίσουμε ὡς ὑπερασπιστές τῆς αἱρέσεως; (…)  Και πῶς δηλαδή δεν εἶναι ὁλοφάνερον, ὅτι ἡ αἵρεση με τά λόγια δηλαδή μόνο (ἀπο)καλεῖ ὡς Πατέρες τους ἄνδρες πού προαναφέραμε, ἐνῶ με τά ἔργα και με τά προκατασκευασμένα τεχνάσματα (βλεπ. Ληστρική Σύνοδος τῶν ἐξωμοτῶν Οἰκουμενιστῶν στο Κολυμπάριον) πού ἐπινοοῦσι το ἰδικόν τους διαβολόπνευστο θέλημα, τους ἀπωθοῦν εἰς την μερίδα τῶν Θεομάχων και Ἐκκλησιομάχων πού καταστρέφωσιν το Ἄσπιλον Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας)

Η΄. ΕΝ ΤΕΛΕΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΜΕΤΑΞΑΚΗΣ ΤΙ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΕΙΝΑΙ; ΜΑΣΣΩΝΟΣ Ἤ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΣ;

Ἕνας ἐκ τῶν μεγίστων φθοροποιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἦτο και εἶναι, ὁ Μασσῶνος οἰκουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης, ὁ ὁποίος, τῷ ὄντι ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον ὁ κ. Θεόδωρος Γιάγκου: ὅτι εἶναι ἀτεκμηρείωτος ὁ ἰσχυρισμός, ὅπου δῆθεν κατά το «Πανορθόδοξον Συνέδριο» (1923) πρῶτος ὁ Μεταξάκης ἐχρησιμοποίησε σε Συνοδικό Κείμενο τον ὅρο «Ἐκκλησία». Δεν ἦτο σαφῶς και ἀντικειμενικά ὁ πρῶτος, ἀλλ΄ὅμως πρώτευσε και ἀρίστευσε (sic) σε ἄλλα ἄπειρα δυσσεβήματα και χειρώτερα διαβολοειδῆ καμώματα…! Ὁ Λουθηροκαλβίνος πατριάρχης Μεταξάκης, κ. Γιάγκου, διέφθειρεν ἤ ὄχι, την Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας ἐπιβάλλοντάς της πραξικοπηματικά (το Νέο Ἡμερολόγιον) και ὁλοκληρωτικά, ὡς φασίζων πατριάρχης, το Νεοεποχήτικον Σχίσμα, μέ το ὁποῖον καί ἐδιαίρεσεν ἄχρι τῆς σήμερον τους ἀπανταχοῦ Χριστιανούς σε Νεοημερολογῖτες και Παλαιοημερολογῖτες; Ποιᾶ ἡ ἐπιστημονική ἄποψίς σας διά την τελευταία στιγμή (πρό Κολυμπαρίου) τῆς μόλις πρόσφατης ἀπόσυρσις ἐκ τῆς θεματολογίας τοῦ μείζωνος ζητήματος τοῦ σύγχρονου μεταξάκειου Ἡμερολογιακοῦ Σχίσματος; Ὁ νεωτεριστής ὄντως πατρ. Μεταξάκης κύριε Γιάγκου μας, δεν ἦτο ὁ κρητάναξ και μητροπολίτης Κιτιεύς, ἔπειτα μοιχεπιβάτης τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ ἐν Ἑλλάδι θρόνου, ἐλέω Βενιζελισμοῦ και τῶν σύν αὐτῷ, και μετἔπειτα ὁ καθηρημένος πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, και ἔπειτα ἀπ΄το μετέπειτα, ὁ εἰς διπλοῦν και τριπλοῦν (ὡς Ἀλεξανδρείας) μοιχεπιβάτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου -ἐξ Ἀμερικῆς και Ἀγγλίας ὀρμώμενος- τῆς Κων/Πόλεως πατριάρχης και ὑπό τοῦ Πολιτειοκρατισμοῦ ἐπιβαλλόμενος διά τῆς βίας; Τοῦτον τον μασονόπληκτον (πατέρας τοῦ Νεορθόδοξου Ἑλληνικοῦ Οἰκουμενισμοῦ) και ταλαίπωρον ἐκκλησιαστικόν ἄνδρα βρήκατε να ὑπερασπιστεῖτε; Δια ποῖον ὑπέρτατον λόγον ᾆραγέ; Κατά την περίοδον τῆς Ἀγγλοκρατίας στην Κύπρο, ὁ Μεταξάκης ἦτο Μητροπολίτης Κιτίου και Λεμεσοῦ, ὡς γνωστόν. Ἀναφέρει ἐνδεικτικά ὁ κιτιεύς ἱστορικός π. Σωφρόνιος Μιχαηλίδης:

«Ἀξιοσημείωτος εἶναι και ὁ ἀγώνας πού ἀνέλαβε (…) για την προστασία τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου ἀπό τις ἑτερόδοξες προπαγανδιστικές σχολές πού λειτουργοῦσαν στη Λάρνακα και, ἰδιαίτερα, την Ἀμερικανική Ἀκαδημία πού, διά τῶν ἀδελφῶν Mac Caroll, ἀσκοῦσε προσηλυτισμό στην καλβινιστική Εὐαγγελική Ἐκκλησία. Σε ἐγκύκλιό του ἡμ. 2 Ὀκτωβρίου 1911 και σε διάφορες ὁμιλίες του καυτηρίαζε με δριμύτητα και με σκληρή γλώσσα τους ξένους προσηλυτιστές ἀλλά και τους ὀρθοδόξους Κυπρίους πού ἐμπιστεύονταν την παιδεία ταῶν παιδιῶν τους σ΄ αὐτούς.» (Ἱερομονάχου Σωφρονίου Γ. Μιχαηλίδη, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ταῆς Λεμεσοῦ, ἔκδοσις: Ι. Μ. Λεμεσοῦ, Λεμεσός-Κύπρος 2002, σελ. 356)

Ὅταν ὅμως ἔγινεν ἀντι-Κανονικῶς καί διά τοῦ Βενιζέλου (Βενιζελοπρόβλητος ἀντί για Θεοπρόβλητος) Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν και μετέπειτα, ὡς καθηρημένος ἀρχιεπίσκοπος, γέγονε («συν Ἀγγλοαμερικανῷ και χείρα κίνει») καί Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, θυμήθηκε ὁ ἀθεόφοβος και θεοπάλαβος κληρικός, να συλλειτουργεῖ και να συμπροσεύχεται, μαζί με τους Λουθηροκαλβίνους σε Ἀμερική και Ἀγγλία, καθῶς μᾶς καταγράφει, καταγγελτικά, εἰς τον πρόλογόν του ὁ μακαριστός θεολόγος Διονύσιος Μπατιστάτος ὅ και δημοσιεύσας σε εἰδικόν τομίδιον τά περιώνυμα Πατριαρχικά Πρακτικά τοῦ «Πανορθόδοξου Συνεδρίου» (1923) τῆς κατάμαυρης πραξικοπηματικῆς και σχισματικοαἱρετικῆς συμφορᾶς.

Διά το ἴδιον ἀκριβῶς ζήτημα, τοῦ παράνομου Μεταξάκη, κύριε Γιάγκου μας, περί τῶν ἀντι-Κανονικῶν συμπροσευχῶν του, ὑφίστατο μία ἀκόμη ἱστορική καί γραπτή, Κανονική καταγγελία, ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Κανονολόγου και ὁσίου Γέροντος Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου («Τά Δύο Ἄκρα», σελ. 89).

Ἐν κατακλείδι καί συγκριτικῶς: εἰς την ἐπίσημον ἱστοσελίδα τοῦ Οἱκουμενικοῦ Πατριαρχείου, εἰς τον βίο τοῦ οἰκουμενιστοῦ Πατριάρχου Μελετίου Β΄ (Μεταξάκη) γίνεται καθαρή ἀναφορά, ὅτι ὁ ἀντι-Κανονικός πατριάρχης Κων/Πόλεως ΑΝΕΓΝΩΡΙΣΕ (ἄνευ Οἰκουμενικῆς καί Πανορθοδόξου Συνοδικῆς διαγνώμης) την ἱερωσύνη (sic) τῶν Ἀγγλικανῶν!

Tί στράβωσε κατά την πατριαρχική και ἀρχιεπισκοπική καριέρα τοῦ ἀνδρός; Ποιᾶ Μασσωνική Στοᾶ ἤ καί ποιος πανοῦργος διάβολος τοῦ γύρισε τά μυαλά; Ξαφνικά και ὅλως παραδόξως, οἱ ἐν Κύπρῳ αἱρετικώτατοι προσηλυτιστές Λουθηροκαλβίνοι, ἀνεγνωρίσθησαν εἰς την πορεία, ὡς ἔχωντες ἱερωσύνη; Ἀπό πού την ἔλαβαν; Ἀπό τον θεομάχο Μεταξάκη; Κύριε ἐλέησον!

Δηλαδή, για θα θέσουμε και ἕνα καλό ἐπιλογικόν ἐρώτημα: εἶναι ἤ ὄχι, διαγαλαξιακῶς φανερώτατον, ἡ μεγίστη αἱρετίζουσα ἀπόκλισις και μείζωνα ἀντίφασις ἐν τοῖς σημεῖοις, ἐκ τῶν σωρηδόν κακόδοξων ἐνεργειῶν του· δηλ. ἀπό τῆς ἀρχικῆς Ἁγιοταφιτικῆς πορείας του, ἔπειτα ὡς Μητροπολίτης Κιτίου και μετέπειτα σε ἀρχιεπίσκοπον καί πατριάρχην; Πῶς ἐξηγεῖται, ἐπιστημονικῶς, ἀλλά και Κανονικῶς, το φαινόμενο τοῦτο; Ὁμολογητής Κιτιεύς, ἤ μήπως, Μασσώνος και Ἀρχιοἰκουμενιστής Νεοφαναριώτης; Προφήτης, ἤ μᾶλλον ψευδοπροφήτης; Ὀρθόδοξος ἤ ἑτερόδοξος; Ἐξομώτης ἤ ἀποστάτης; Ποιμήν ἤ ἀρχιλυκοποιμήν; Αἱρετικός ἤ αἱρεσιάρχης; Ἰούδας ἤ Βησσαρίων; Βαρλαάμ ἤ Καλέκας; Διαλέγετε και παίρνετε…


Τοῦ Παναγιώτου Π. Νούνη

Δεῖτε το ὁλοκληρωμένον ΕΔΩ σε PDF στο GOOGLE.DRIVE