Translate

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΚΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ




ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΚΛΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗ
Του Παναγιώτη Π. Νούνη

Δείτε το εδώ, εδώ και εδώ σε PDF και DOCS.

Δυστυχώς για πρώτη φορά στη προσωπική μου διαδικτυακή μελέτη και έρευνα που διενεργώ, ενδελεχώς, κυρίως επι τινών θεολογικών ζητημάτων και δή σε ηχητικές, οπτικοακουστικές, γραπτές ή προφορικές διδασκαλίες, άκουσα για πρώτη φορά τον σεβαστό π. Βασίλειον Βολουδάκην να διδάσκει παράδοξα πράγματα, άτοπα και άστοχα, κυρίως κακόδοξα εξ ιστορικοδογματικής και γνωσιολογικής οπτικής.
Η κριτική μας θα εστιάσει από το 15ο λεπτό και 50ο δευτερόλεπτο (15:50), μόνο στο πρώτο πεντάλεπτο, στο οπτικοακουστικό ντοκουμέντο όπου γίνεται Εκκλησιαστική Κατήχησις στο Χριστεπώνυμο πλήρωμα στην ενορία του Αγίου Νικολάου Πευκακίων, την μόλις προχθεσινή ημέρα της Κυριακής της Πεντηκοστής (4/6/2017) και το βίντεο  φέρει με ακρίβεια τον τίτλο:
Το παράδοξο ζήτημα της στάσεως του πατρός Βασιλείου, τείθεται και διενεργείται όταν προκύπτει ένα πολύ εξαιρετικό και εύστοχο ερώτημα από κάποιο πνευματικό παιδί του.
Παραφράζοντας λοιπόν με ιδικά μας λόγια το ερώτημα του ευαισθητοποιημένου μέλους της Εκκλησίας το διατυπώνουμε με πιο επιστημονικό τρόπο, ως εξής:
Πόση Εκκλησιολογική και Κανονολογική, βάση ή θεμελίωση, έχει η νεοΕκκλησιολογική σχισματικοαιρετική Κίνηση τινών «νεοΖηλωτών» Αποτειχισμένων (π.χ. θεολόγος κ. Παναγιώτης Σημάτης, κ. Οδυσσέας Τσολογιάνης και ο Αγιορείτης Μοναχός Μακάριος Κουτλουμουσιανός κ.ά.) όπου καλλιεργώσι, ανιεροκρυφίως, την κακόδοξη θεωρία περί των «Ακύρων Μυστηρίων» ή και την κακοδαίμονα θεωρία της «Πονηράς Οικονομίας»;
Όπου, εμμέσως πλήν σαφώς φλυαρώσι ακατάσχετα, αναπόδεικτα και αθεολόγητα, υπέρ της Διακοπής της Κοινωνίας (αντί υπέρ της διακοπής του Μνημοσύνου και υπέρ της ιεράς Αποτειχίσεως κατά τινών αιρετιζόντων) μετά της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας αντί, ειδικώς και εξειδικευμένως, να διακηρύττωσι όπως διενεργηθεί ΜΟΝΟΝ η Κανονική διακοπή του Μνημοσύνου ή και η διακοπή συγκοινωνίας ή και διακοπή επικοινωνίας κατά τινών ασύδοτων και ορκισμένων-αιρετιζόντων Αρχιοικουμενιστών Μητροπολιτών ή Αρχιεπισκόπων ή και Πατριαρχών.
Υφίστατο μήπως Πατερική και Εκκλησιολογική, απλανώς και ορθοδόξως, ακαταμάχητη τεκμηρείωση του προαναφερθέντος ζητήματος; Αναντίρρητα και υφίστατο.
Εξ αρχής να συμφωνήσουμε απόλυτα στη ευστοχώτατη απάντηση του πατρός Βασίλειου, όπου μέσα σε πέντε λέξεις, έδωσε μία πνευματικώτατη Ποιμαντική απάντηση διότι είπε κατά λέξη, ότι:
«Υπάρχει μεγάλη άγνοια [στη «νεοΖηλωτική» Κίνηση των ανίερων Αποτειχισμένων] για το ζήτημα [και το καλιεργώσι ελάχιστοι] εκείνοι όπου νοσούν στη ψυχή και στο φρόνημα, (αλλά) και στο πνεύμα».
Βέβαια η ιστορικοδογματολογική επιχειρηματολογία του πατρός Βασιλείου, επ΄ αυτού και μόνον του ζητήματος των «νεοΖηλωτών» και ανίερων Αποτειχιζόντων ήτο κάπως ανιστορική, άτοπη και άστοχη σύμφωνα με την Εκκλησιαστική Ιστορία. Μόνο τα προειρημένα όμως λεχθέντα του, ήτο υπεραρκετά για να αποδειχθεί και εμπεδωθεί σε όλους μας ότι υφίστατο Εκκλησιολογική και Κανονική διάκριση, μεταξύ της ιεράς Αποτείχισις και της ανίερης Αποτείχισις. Όπου η δεύτερη ενέργεια, εμπεριέχει, σαφώς και ξάστερα, αμφότερα τα προαναφερόμενα θεωρήματα και σπέρματα, του βελούδινου Σχίσματος των κακοδόξων και φανατικών αντιΟικουμενιστών.
Το άτοπον και παράλογον στην επιχειρηματολογία του πατρός Βασιλείου, εστιάζει, εκεί ακριβώς όπου αρχίζει να μας φέρει ως άστοχο αποδεικτικόν παράδειγμα την Αγία Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδο (325μ.Χ.) όπου κατά τον π. Βασίλειον, εσυγκαλέσθειν, δια να καταδικάσει ΜΟΝΟ τον Αρειανισμό του Άρειου… και όχι τον Αιρεσιάρχη και εμπνευστή του Αρειανισμού, τον Πρεσβύτερο Άρειο μετα των οπαδών αυτού!...
Να βάλουμε καλό λογισμό: ότι πάν ότι διατυπώθηκε εκ του πατρός Βασίλειου Βολουδάκη, ήτο απλώς γνωσιολογικές εκ παραδρομής και νοητικής εξανλτήσεως, συγχύσεις, και όχι πάγιες πεποιθήσεις του, διότι η Εκκλησιαστική Ιστορία, η Ιστορία των Δογμάτων, η Πατρολογία, η Πατερική Θεολογία, η Υμνολογία της Εκκλησίας, η ιερά Παράδοση κ.ο.κ., διαψεύδωσι, πανηγυρικώς, την εσφαλμένη αντίληψη του πολυσέβαστου πρωτοπρεσβυτέρου της ιεράς Αρχιεπισκοπής των Αθηνών.
Είναι δυνατόν ή θεο-λογικόν, πατέρα Βασίλειε, να εκαταδικάσθην υπό του Ανωτάτου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η Αίρεσις του Αρειανισμού, και να μη εκαθαιρέθην, να μη αφορίσθη και να μη αναθεματίσθη ο Αιρεσιάρχης και πατέρας της κακοδοξίας μετα των συν αυτώ οπαδών του;
Με το συμπάθιο πατέρα Βασίλειε, αλλά η επιχειρηματολογία σας είναι αμοιγώς, παράλογη, και ανυπόστατη ιστορικοδογματολογικά.
Είναι μάλιστα και αμάρτυρη εκ της ιεράς Παραδόσεως. Είναι δηλαδή, άτοπη και καθόλα άστοχη και πρέπει να την ανασκευάσετε πάραυτα και να την επαναδιατυπώσετε, δημοσίως, ώστε να μη δώσετε λαβές, σε μερικούς στρατευμένους και μανικώς κακοπροαίρετους εναντίον σας, ότι δήθεν διατυπώνετε κακοδοξίες.
Ό Άρειος, δεν πρόλαβε καθόλου, να υποκριθεί, καθώς λέτε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Πολλώ μάλλον δεν πρόλαβε κάν να απολογηθεί ή να μιλήσει κατά την Α΄Οικουμενική Σύνοδον. Αλλά το εν λόγω περιστατικό έγινε ετεροχρονισμένα, μετά την διεξαγωγή της Οικουμενικής Συνόδου σε κατοπινόν στάδιον, προς το τέλος της ζωής του όπου υποκρίθηκε πράγματι τον καθόλα «ορθόδοξο» μετά από τις άστοχες πολιτικές παρεμβάσεις και αφόρητες πιέσεις προς την Εκκλησία εκ μέρους του αγίου Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325) πατέρα Βασίλειε, Η Εκκλησιαστική Ιστορία μας διδάσκει, ότι ο Αιρεσιάρχης Άρειος, και εδικάσθην, και εκαταδικάσθηκε, και εκαθαιρέθηκε, και αφορίσθηκε, αλλά μάλλιστα αναθεματίσθηκε και εξορίσθηκε μετά των οπαδών αυτού.
Αντιγράφω προς απόδειξιν των λεγομένων μου, από την Εκκλησιαστική Ιστορία:
«Ο Άρειος δε μίλησε αλλά μίλησαν στη σύνοδο οι ομόφρονές του επίσκοποι, διάβασαν αποσπάσματα από τη «Θαλία» που προκάλεσαν φρίκη στους ακροατές. Στη σύνοδο πολύ λίγοι ήταν διατεθειμένοι ν΄ακούσουν δικαιολογίες και ό Άρειος καταδικάστηκε και αφορίστηκε. (…) Στο τέλος (του Συμβόλου της Πίστεως) πρόσθεσαν (οι Θεοφόροι Πατέρες) τους αναθεματισμούς.» 1
Τι αναθεμάτισαν οι θεοφόροι Πατέρες; Μόνον τον Αρειανισμόν; Καθώς ισχυρίζεται άτοπα ο π. Βασίλειος; Και άφησαν παιδαγωγικώς και ποιμαντικώς, ατιμώρητον και άνευ πνευματικού επιτιμίου, τον αιρεσιάρχην και τους φανατικούς οπαδούς του, διότι ενήργησε τάχα μου «Ομολογία Πίστεως»;
Πατέρα Βασίλειε έχει ξαναγίνει τέτοιο πράγμα στη ιστορία των Δογμάτων, στην ιστορία των αγίων Οικουμενικών ή και Τοπικών Συνόδων, όπου εδικάζετο από ορθόδοξη αγία Σύνοδο τινά κατεγνωσμένη κακοδοξία μετα του εμπνευστού αυτής, και εκείνος να μη ήτο υπόδικος ή να μη εκαταδίκαζετο;
Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο λοιπόν, εδικάστηκε και εκαταδικάστηκε, αφορίστηκε, καθαιρέθηκε και αναθεματίστηκε, ο Αρειανισμός μετα του Αιρεσιάρχου και εμπνευστού αυτής της Χριστομάχου αιρέσεως, ο Πρεσβύτερος Άρειος μετα των συν αυτώ αιρετικών οπαδών του, και απεσταλησαν με αυτοκρατορική (πολιτική) διαταγή σε εξορία στη Γαλλία και Ιλλυρία.
Να προσθέσουμε όμως, ένα ακόμη επιπρόσθετο ιστορικοκανονικό στοιχείον στη ανασκευαστική επιχειρηματολογία μας.
Δεν ήτο η πρώτη φορά στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδον, όπου ο Πρεσβύτερος Άρειος, είτε εδικάζετο, είτε και εκατεδικάζετο ως αιρεσιάρχης. Ούτε ήτο η πρώτη φορά, όπου εκαθαιρέθην και αφορίσθην από την Εκκλησία.
Στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο έγινε απλώς, ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΑ, η καταδίκη αυτού του Χριστομάχου Αρείου, από το Ανώτατο Συνοδικό Δικαστήριον της Πενταρχίας, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των Μελών της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας της γνωστής τότε Οικουμενικής Αυτοκρατορίας.
Ο Πρεσβύτερος Άρειος είχεν καταδικασθεί, καθαιρεθεί και αφοριστεί, εφτά χρόνια (318/9) πρό της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, υπό του Πατριάρχου Αλεξανδρείας αγίου Αλεξάνδρου μετά τινών 100 άλλων Επισκόπων.2
Βέβαια, μία Ληστρική Σύνοδος (καλή ώρα, ωσάν την «Πανορθόδοξη Σύνοδο» της Κρήτης του 2016), η σύνοδος της Τύρου συνεκλήθει  το 335 μ.Χ.  ελέω της πολιτικής αναμίξεως και συγχύσεως από την αυτοκρατορική πολιτική, όπου δυστυχώς επαρασύρθηκε ο Μέγας Κωνσταντίνος (και δεν αποτελεί σεβαστέ μου π. Βασίλειε: ούτε εγκώμιον, αλλ΄ ούτε είναι και προς τιμήν του Μεγάλου Κων/ίνου, η εν λόγω κακόδοξη εκκλησιαστικο-πολιτική του ενέργεια. Διότι ήτο αιρετίζουσα ενέργεια Καισαροπαπισμού και Συγκρητισμού, συγχρωτισμού δηλ. της κακοδοξίας μετα της ορθοδοξίας), από την γνωστή «Ομολογία Πίστεως» του Αρείου, και δέκα χρόνια μετά την τελεσίδικον καταδικαστικήν απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325) και απεκατέστησαν τον Άρειο στον ιερατικόν βαθμό του.3
Συνεπώς οι αιρετικοί Αρειανιστές και Χριστομάχοι φανατικοί οπαδοί του Αρείου, όχι μόνον εκατεδικάσθησαν από πρίν το 325, αλλά και από την Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδο του 325, αλλά εκατάφεραν μετέπειτα, να χρησιμοποιήσωσι, με πανουργία την κραταία Πολιτική και Αυτοκρατορική εξουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς ίδιον όφελος ίνα αποκαταστήσωσι τον καθαιρεμένον αιρεσιάρχην Άρειον και να εδραιώσουσι έτι περαιτέρω και οικουμενικά την αιρετική πλάνη του αρειανισμού.
Ιστορικές συμπτώσεις ενώ παρόμοιες ή τυχαίες εκκλησιαστικές συγκυρίες με τα ανάλογα σύγχρονα Ληστρικά διαπραχθέντα λ.χ. όπως στο Κολυμπάριον, είναι απλώς κυκλικές αένανες κινήσεις στο χωροχρόνο, στο θέατρο του παραλόγου, σύμφωνα με τους ιστορικούς μελετητές.
Συνεπώς π. Βασίλειε, ο Άρειος δεν έκανε ψευδόδοξο «Ομολογία Πίστεως» κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο του 325, αλλά κατά την Ληστρική Σύνοδο της Τύρου το 335.
Αυτά, κατά την προσωπική μας άποψιν, έχωσι και ιστορικοδογματική σημασία όσο και Εκκλησιολογική για να μη επαναπαυώμεθα σε ψευδαισθήσεις και σε ανόνητα συνθήματα τύπου «η Σύνοδος απέθανεν και ετάφην», διότι ως γνωστόν, υφίστατο και η «επιστήμη της Ζομπιολογίας», δηλ. της νεκρανάστασις τινών ζόμπι, όταν διακατεχώμεθα από παχυλή άγνοια της ιστορίας μας.
Μία Σύνοδος για να αποθάνει, πραγματικώς, και να πιστοποιηθεί ο τελεσίδικος θάνατος αυτής, πρέπει να μεριμνήσωμεν ταχέως και να σπεύσουμε αστραπιαίως ίνα βγώσι τινά επικυρωμένα και θεσμοθετημένα, ανάλογου, αλλά όμως έγκυρου και ορθόδοξου τύπου, Εκκλησιαστικά πιστοποιητικά, διότι αυτό μας επιτάσσει η ιερά Παράδοσις κατά των Ληστρικών Συνόδων. Ως δια μαγείας και ταχυδακτυλουργικά, τίποτε απολύτως, δεν πεθαίνει. Ενώ κάθε θάνατος, υφίστατο υποχρέωσις για φροντίδα του νεκρού και μία επίσημη εξόδειος ακολουθεία.
Συνεπώς είναι ανακόλουθη, και λογικά αλλά και εκκλησιολογικά, η προειρημένη συνθηματολογία, όπου λανσάρετε δυστυχώς κατά κόρον, πλέον και από κύπριους και δή παραδοσιακούς Μητροπολίτες, ίνα αποποιηθώσι ανέτως των εκκλησιαστικών τύψεων και ευθυνών τους.
Πρόκειται όμως πατέρα Βασίλειε, συγχωρέστε με για το αμέσως επόμενο, για χοντροειδέστατη όμως, και μείζονα αιρετική πλάνη και κακοδοξία ολκής, να διδάσκετε, εσείς ένας βαθειά κατηρτισμένος θεολόγος και παραδοσιακός πνευματικός της Εκκλησίας μας, κατά λέξιν, ότι:
«δεν τον ονόμασε η Εκκλησία, η Οικουμενική Σύνοδος, αιρετικό τον Άρειο. Αίρεση, είναι, αυτό που έλεγε πρίν ο Άρειος. Ούτε τον καθήρεσε ούτε τον ονόμαστε Αιρετικόν. … Όχι ποτέ! Όσο ζούσε. (…) Δεν μπορείς να απευθύνεις την ετικέττα του αιρετικού σε όποιονδήποτε Κληρικό έστω και αν αυτός ο Κληρικός λέει διάφορα απ΄αυτά που έχουνε καταδικασθεί από την Εκκλησία. Θα ΄ρθεί η Εκκλησία και θα πεί αυτός είναι αιρετικός και θα τον καθαιρέσει…»
Θα αρχίσω από τα απλά: Από την Αλφαβήτα της ιεράς Παράδοσις των Ορθοδόξων και ας μη κακοφανεί καθόλου του αξιότιμου πατέρα Βασιλείου.
Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, ονόμασε τον Πρεσβύτερο Άρειο πρώτα σε Τοπικές Συνόδους, ως αιρετικώτατον, ή μάλλον ως Αιρεσιάρχην, τον καθαίρεσαν μάλιστα, δυό φορές και τον επανφέραν, πολύ πρίν συγκληθεί η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος. Η Οικουμενική Σύνοδος απλά το επιβεβαιώσε και το επεκύρωσε σε οικουμενικό και καθολικό επίπεδο, ότι όντως ο Άρειος μετα των συν αυτώ οπαδών του είναι αιρεσιάρχης και απόβλητος της Εκκλησίας.
Είτε πρίν την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο κακοδοξούσε ο Άρειος, είτε μετά, μία είναι η αντικειμενική παραδεδομένη εκκλησιαστική και ιστορική πραγματικότης: απέθανεν αφορισμένος, καθηρημένος και αναθεματισμένος ως τρανός Αιρεσιάρχης του Αρειανισμού.
Ισχυρό παράδειγμα προς αποφυγήν, θυμηθείτε τα λόγια μου, για τους σύγχρονους Προκαθημένους, Αιρεσιάρχες του «Ορθοδόξου» Οικουμενισμού, των κατά Τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών όπου, προσκήνυσαν τω Βάαλ και συνυπέγραψαν τον Διαχριστιανικόν Συγκρητισμό σε άνομα φαριζαϊκά και ληστρικά αποφασισθέντα τους στη κακοΣύνοδο της Κρήτης.
Η Εκκλησία, ο Κλήρος και Λαός, το Βασίλειον Ιεράτευμα πατέρα Βασίλειε, και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, ονόμασαν τον Άρειο και αιρετικόν και αιρεσιάρχην και τον κατεδίκασαν, ή και τον καθαίρεσαν, σχεδόν τρείς φορές, μάλιστα, πρό του φρικτού και αιφνιδείου θανάτου του.
Συνεπώς η ιστορικοδογματολογική επιχειρηματολογία σας, μπάζει φοβερά, είναι διάτρητη, διότι είναι εσφαλμένη, κατά γράμμα και κατά πνεύμα, και αποκλίνει αναντίρρητα από την σύνολη Πατερική Θεολογία και την ιερά Παράδοση των Ορθοδόξων και καλόν θα είναι, όποτε μπορείτε σας παρακαλώ πολύ υιικώς να την ανασκευάσετε άρδην προτού ο «προαιώνιος εχθρός» σας ο εξ Αμερικής ορμώμενος, αγαπητός κύριος Εκκλησιαστικός ανταποκριτής και θεολόγος Παναγιώτης Τελεβάντος, αρχίσει, ετούτην την φορά πάλιν τις τελεβαντιές του, και κάπως δικαιολογημένα να σας ψέλνει δικαίως το «εξάψαλμον» εις ήχον μάλιστα βαρέων βαρών.
Να είστε απόλυτα βέβαιος κυρ-Παναγιώτη μου, ότι το εν λόγω άρθρον μου, όπως και όλα τα άλλα των προηγούμενων χρόνων, ΟΥ-ΔΕ-ΠΟ-ΤΕ μου τα έγραφε ο π. Βασίλειος (σιγά μη ασχολείτο μαζί μου ο άνθρωπος) με απώτερον σκοπό απλώς να τα υπογράψω και η μεγίστη απόδειξις είναι, το ενθάδε αντιρρητικόν αρθρίδιον. Είναι μεγάλο πράγμα, τελικώς, να υπερτιμάς τους εχθρούς σου και να υποτιμάς τους φίλους σου.
Επίσης, στα περί της εκκλησιαστικής εξουσίας: για την υπόδειξη ποιός είναι ή ποιός δεν είναι αιρετικός/αιρεσιάρχης, δεν είναι καθόλου «νεοφανή φαινόμενα», καθώς διδάσκει άστοχα ο π. Βασίλειος, και ως μάρτυρα υπερασπίσεως φέρνω και πάλιν την Εκκλησιαστική Ιστορία, όπου Λαϊκοί, Μοναχοί, Κληρικοί, κατέδειξαν, διαχρονικώς και αποδεικτικώς, απλανώς και ορθοδόξως, [με την εξουσία που τους παρέχεται, από το Βασίλειον Ιεράτευμα, που εκπηγάζει από το άγιο Βάπτισμα και το άγιο Χρίσμα, όπου γινώμεθα (συν)μέτοχοι του εις τριπλούν αξίωμα του Θεανθρώπου Χριστού (Βασιλικόν, Προφητικόν και Αρχιαιρετικόν)] και το ποιός είναι αλλά και το ποιός δεν είναι Αιρεσιάρχης/Αιρετικός.
Στα περί του επόμενου ατόπου, ότι δήθεν, δεν μπορούμε ως ενεργοποιημένα Λαϊκά μέλη του Σώματος της Εκκλησίας, να αποδεικνύουμε ή να υποδεικνύουμε, εξάπαντος και να αφυπνίζουμε τα εν Χριστώ και αλλήλων μέλη μας, ποιος είναι η ποιος δεν είναι Αιρεσιάρχης/Αιρετικός τούτο προσκρούει επάνω και πάλιν στην Ιερά Παράδοση και Πατερική Θεολογία.
Πολλώ δε μάλλον όταν ο π. Βασίλειος, ομιλεί στο παρόν σημείον, περί της Εκκλησίας, αφήνει, εν αγνοία του μάλλον, να εννοηθεί και να εμφιλοχωρήσει, η δηλητηριώδεις και πάγια προπαγάνδα του ιεροκρατικού Κληρικαλισμού και Επισκοπομονισμού, ότι δήθεν η Εκκλησία μας είναι μία Σύνοδος, πολλών ή λίγων, ρασοφόρων, Μητροπολίτες, Πατριάρχες και Αρχιεπισκόποι.
Την εν λόγω ψευδώνυμη προπαγάνδα ή αν θέλετε και τον αλυσιτελή δογματισμό, μας την εδίδασκαν συστηματικώς μερικοί οικουμενιστές ακαδημαϊκοί Καθηγητές στη Θεολογική Σχολή.
Ο Χριστός μας, μας έχει ξεκαθαρίσει ποια είναι η Εκκλησία και ποιος είναι εντός της Εκκλησίας:
«οὗ γάρ εἰσί δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν»; (Κατά Ματθαῖον Ιη΄, 20).
Παραθέτω τμήμα εκ τινός παρελθοντικού ιδικού μου κειμένου, ένα απόσπασμα (από εδώ), από τον ιερό Χρυσόστομο με μετάφραση, ως συνήγορο υπερασπίσεως μου, όπου μας αποσαφηνίζει καθαρά το όλο ζήτημα, απλανώς και ορθοδόξως, για το ποιός ακριβώς δύναται να κρίνει την ορθοδοξία ή την κακοδοξία των κληρικών:
Μᾶς διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰ. ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας ἀπλανῶς καί ὀρθοδόξως τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παῦλου, νά διερευνοῦμε, νά κρίνουμε, νά συγκρίνουμε, καί τέλος νά ἐξετάζουμεν τήν γνησιότητα τῶν Κληρικῶν μαςὅλον τον Ἐκκλησιαστικόν βίον καί τήν Ποιμαντικήν πολιτείαν τοῦ κάθε Μητροπολίτου, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τοῦ Πατριάρχου,  τοῦ Ἀρχιμανδρίτου κ.ο.κ.:
«Τί ἐστίν, ἀναθεωροῦντες; Συνεχῶς στρέφοντες, παρ΄ἐαυτοῖς ἐξετάζοντες, λογιζόμενοι, ζητοῦντες ἀκριβῶς, ὡς βούλεσθε βασανίζοντες4  
Δηλαδή, μετφ. στά νέοἙλληνικά: Τί σημαίνει τό ἀναθεωροῦντες;  (ἐννοεῖ: τό γραφθέν τοῦ Ἀποστόλου). Σημαίνει τοῦτο ἀκριβῶς: νά σκεφτώμεθα συνεχῶς τους Ποιμένες μας, να προσευχώμεθα γι΄ αὐτούς, νά τούς ἐξετάζουμεν, νά τούς ἀνακρίνουμεν, νά τούς μελετᾶμε μέ ἀπόλυτον προσοχήν καί συστηματικῶς, γιά νά ἐξετάζουμε τή γνησιότητα αὐτῶν. Συνεπῶς, ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μᾶς διδάσκει ἤ ὄχι, νά συγκρίνουμε καί νά κρίνουμε καλῶς, τά λεχθέντα, τά γραφθέντα καί τά πραχθέντα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀρχηγῶν μας;
Και αφού ο π. Βασίλειος Βολουδάκης είναι εραστής του Κανονικού Δικαίου, να προσκομίσουμε επίσης, ως αποδεικτικόν στοιχείον, και τι ακριβώς μας διδάσκωσι επ αυτών τινές ακαδημαϊκοί Κανονολόγοι:
«υποσημείωσις 107: (γ) Βεβαίως και εκείνοι, οι οποίοι δεν έχουν αφορισθεί, εφ΄ όσον διδάσκουν και άρα δημιουργούν αίρεση-κόμμα (κόπτω) μπορούν να λέγονται αιρετικοί. Μόνο το «είναι» αιρετικοί ίσως να χρησιμοποιείται με κάποια επιφύλαξη, μέχρις ότου αποφασισθεί από την Εκκλησία –συνοδικώς.»5
Μη ξεχνάμε βέβαια και τον όσιο Γέροντα π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, όπου ακόμη και αυτός μας διδάσκει, τα ταυτόσημα πράγματα, στο ίδιο ακριβώς ζήτημα, δηλ. παντελώς διαφορετικά από όσα διακηρύττει ο π. Βασίλειος, πράγμα που μας προκαλεί μεγίστη έκπληξη διότι ήτο πνευματικό παιδί του:
«Αλλ οι αιρετικοί είναι δύο ειδών: Εκείνοι, τους οποίους η Εκκλησία εδίκασε και κατεδίκασε και απέκοψε εκ του Σώματος αυτής, και εκείνοι, οι οποίοι ούτε κατεδικάσθησαν ακόμη υπό της Εκκλησίας ούτε εξήλθον αυτοβούλως εξ αυτής, αλλά διατελούν ακόμη εντός της Εκκλησίας. Μία τοιαύτη περίπτωσις είνε η περίπτωσις του Πατριάρχου. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έχει κηρύξει αιρετικά φρονήματα6


Ο Καθηγητής Παναγιώτης Μπούμης, συμφωνεί ακριβώς με τα γραφθέντα του πατρός Επιφανίου Θ., καθώς δύναται να συγκρίνετε. Ασχέτως αν ο μεν πρώτος είναι ορκισμένος Λατινόφρων Οικουμενιστής, από ακατάσχετη παπαλογνεία, και ο δέ δεύτερος, όσιος Γέροντας, παραδοσιακός κληρικός, παποσμάστιξ και οικουμενιστομάστιξ καθότι ήτο και είναι Κανόνας Πίστεως και απλανός Διδάσκαλος της Εκκλησίας.
Συνεπώς π. Βασίλειε, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής ελάχιστα, και εξάπαντος αποδεικτικά στοιχεία όπου σας προσκομίζουμε, υιικώς, όχι για να σας παίξουμε το δάσκαλον, ποιοι είμαστε εξάλλου εμείς, μιας και γνωρίζετε καλώς ότι σας είμαστε μαθητούδια εξ αποστάσεως, λυπάμαι που το ομολογώ κάπως στυγνά, αλλά μας έχετε πράγματι απαγοητεύσει στην εν λόγω συγκεκριμένη διάλεξή σας, διότι, διατυπώνετε αγαπητέ π. Βασίλειε, δυστυχώς και προφανώς, αυθαίρετες, ανιστόρητες και αθεολόγητες, εξάπαντος υποκειμενικές προβληματικές κατηχητικές διδασκαλίες μία εσφαλμένη και κακόδοξη Πατερική Θεολογία όπου αποκλίνει σε μέγιστο βαθμό από την ιερά Παράδοση των Ορθοδόξων.
Το ζήτημα βέβαια δεν είναι τα λίγα ή τα πολλά κακόδοξα λεχθέντα του πατρός Βασίλειου, αλλά είναι να μη εμμένει με άκαμπτο δογματισμό σ΄αυτά. Να υποθέσουμε, ότι ήτο μια ατυχής διακήρυξις, και μία κακοδιάθετη ημέρα, και ότι θα δούμε προσεχώς την καλόδοξη και ορθόδοξη ανασκευήν όλων σχεδόν των κακόδοξων θέσεων του, δηλ. όσων εντοπίσαμε εμείς. Βέβαια μπορεί να σφάλλωμεν ή να μη εκαταλάβαμε κάτι καλά.
Ο καλός πρωτοπρεσβύτερος καλού-κακού ας προβληματιστεί ελάχιστα και αν τυχόν τον αδικούμε στην κριτική μας, ας μας συγχωρέσει, και ας το θεωρήσει «ως μη γενόμενο» ή ότι το ημερολογιακόν μας κείμενον «απέθανεν και ετάφην» κάτω από την μέλλουσα αρθογραφία και τις επικείμενες νεώτερες αναρτήσεις.
Περι της διακρίσεως: Ιεράς και ανίερης Αποτειχίσεως, και  της ιεροκανονικής Διακοπής του Μνημοσύνου, από την αντικανονική διακοπή της Κοινωνίας με την Καθολική Ορθόδοξη Εκκλησία, θα επανέλθουμεν, και πάλιν κριτικώς, και λίαν προσεχώς, σε επόμενη αντιρρητική αρθρογραφία.
Του Παναγιώτη Π. Νούνη
Ορθόδοξος Θεολογών
(Έγραφον εν τη 6η Ιουνίου τω 2017)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
  1. Ιωάννου Αναστασίου, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Α΄ΤΟΜΟΣ, σελ. 259.
  2. Του αυτού, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Α΄ Τόμος, σελ. 255-256.
  3. Του αυτού, ένθ. ανωτ., σελ. 262-264, σελ. 264-266.
  4. Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου (Οικουμενικού Πατριάρχου), ΕΠΕ, Τόμος 25ος , ΥΠΟΜΝΗΜΑ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ, σελ. 358-360.
  5. Παναγιώτης Μπούμης, ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ, εκδόσεις: ΓΡΗΓΟΡΗ, σελ. 105.
  6. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (Αρχιμανδρίτης), ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ («ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ & ΖΗΛΩΤΙΣΜΟΣ»), εκδόσεις: Ιερού Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος, έκδοση Γ΄, εν Τροιζήνι 2008, σελ. 114.