Translate

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΟΥΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΥ (Μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ θέση ὅτι ὅλη ἡ γνώσή μας ἀποκτάται μέσῳ τῆς ἐμπειρίας;)



ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΥ
(Μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ θέση ὅτι ὅλη ἡ γνώσή μας ἀποκτάται μέσῳ τῆς ἐμπειρίας;)
Τοῦ Παναγιώτη Π. Νούνη
  • Δεῖτε το καὶ κατεβᾶστε το παρακαλῶ ὁλόκληρο ἀπὸ ἐδῶἐδῶ καὶ ἐδῶ σὲ μορφῆ PDF/DOCS.
Ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀναφέρω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπειριοκρατίας θεμελιώνεται ἀπὸ τὸν φιλόσοφο τοῦ Ἐμπειρισμοῦ Τζὼν Λὸκ ὅπου θεωρεῖ, πράγματι, ὅτι ὅλη ἡ γνώση μας ἐκπηγάζει μέσῳ τῆς ἐμπειρίας. Νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὸ σύγγραμμα τοῦ Μπέρτραντ Ράσσελ στὸ εἰδικὸ κεφάλαιο περὶ τῆς Γνωσιολογίας τοῦ Λὸκ πραγματεύεται τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα ἀναλυτικὰ καὶ μὲ κάθε ἀκρίβεια.
Ὁ Βρεττανὸς ἐμπειριστὴς Τζὼν Λὸκ διετύπωσε τὸ ἰσχυρό θεμέλιο παιδαγωγικό καὶ γνωσιολογικὸ λίθο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι γεννιούνται ὥς ἄγραφοι (μαυρο)πίνακες, δηλαδὴ tabula rasa. Ὥς θεμελιωτὴς τοῦ ἔμμεσου Ῥεαλισμοῦ καὶ ἀρχηγέτης τοῦ Ἐμπειρισμοῦ ἔρχεται σὲ βαρυσήμαντη ἀντίθεση  κατὰ τοῦ ἰσχύοντος φιλοσοφικοῦ κατεστημένου, ὅπου ἀρχινὰ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα μέχρι τὸν Καρτέσιο καὶ τὸν Λάϊμπνιτς.
Ὁ Τζὼν Λὸκ, ὑποβοηθούμενος σαφῶς καὶ ἀπὸ τὶς εὐμετάβλητες καὶ καίριες πολιτικὲς ἀνακατατάξεις, τῆς τότε Εὐρώπης, οἱ θεωρίες του, μέχρι καὶ τὰ πεπλανημένα στοιχεία ἐξ αὐτῶν (π.χ. ἡ διάκριση τῶν πρωτευουσῶν καὶ δευτερευουσῶν ποιοτήτων) βρήκαν σημαίνουσα ἀπήχηση στοὺς φιλοσόφους τῆς ἐποχῆς του πλὴν τῆς ὀμάδος τῶν Ὀρθολογιστῶν, ὅπου ἔμειναν προσκολλημένοι στὶς ἔμφυτες ἰδέες τοῦ Καρτέσιου. Λόγου χάριν προανέφερα κάτι περὶ πεπλανημένων φιλοσοφικῶν στοιχείων, τὴν γνωστὴ Λόκεια διάκριση (ὅπου προέρχεται ἐκ τοῦ Καρτεσίου) τὴν ὁποία ὁ Ἰδεαλισμὸς ἀπορρίπτει, ἀποδεδειγμένα, ἀλλὰ ὥς γνωστὸν οἱ Θετικὲς ἐπιστῆμες μέχρι τῆς ἐμφανίσεως τῆς Κβαντικῆς Φυσικῆς, ἐχρησιμοποιοῦντο μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παράγονται μεγάλα ἐπιστημονικὰ ἐπιτεύγματα.
Τὸ ἐν λόγῳ στοιχεῖο γιὰ τὴν πρόοδο τῶν Θετικῶν Ἐπιστημῶν καὶ τὴν παραγωγὴ πλούσιας γνώσεως, ἄνευ τοῦ ἐμπειρισμοῦ, θεωρῶ ὅτι εἶναι ἕνα σημαντικό κλειδὶ ὅπου ἀνατρέπει ἐν μέρει τὸν προβληματισμὸ τῆς θεματολογίας, ὅπου πρὸς τὸ τέλος τοῦ παρόντος δοκιμίου πιθανὸν καὶ νὰ ἐπεξηγήσουμε ἔτι ἐπιπλέον τὸ ζήτημα.
Ὁ Τζὼν Λὸκ ἀπορρίπτει ἀναφανδὸν, κυρίως, τὶς ἔμφυτες ἰδέες τῶν Ὀρθολογιστῶν, ποὺ αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὴν θεωρία του ὅτι δὲν ὑπάρχει a priori γνώση τοῦ κόσμου (μὲ πιθανὴ ἐξαίρεση σημειώνει ὁ Ῥάσσελ τὰ Μαθηματικὰ καὶ τὴν Λογικὴν, καὶ αὐτὸ διότι, δὲν χρειάζεται νὰ διενεργήσουμε ἐμπειρικὴ ἔρευνα γιὰ νὰ ἀποδείξουμε τὸ Πυθαγόρειο Θεώρημα, τὴν Ἀριθμητικὴν καὶ τὴν Γεωμετρία τῶν τριγώνων κ.λπ.).
Τὶ ἀκριβῶς υἱοθετεῖ;
Ὁ Λὸκ υἱοθετεῖ τὴν θεωρία ὅτι ὅλη ἡ γνώση μας ἀποκτάται μέσῳ τῆς ἐμπειρίας καὶ δὴ διὰ μέσῳ τῶν αἰσθήσεων.
Ὁ πατέρα τοῦ ἔμμεσου Ῥεαλισμοῦ, ὁ Τζὼν Λὸκ, προσπαθεῖ, μᾶλλον ἀνεπιτυχῶς, γιὰ νὰ μᾶς ἀποδείξει ὅτι ὄντως ἡ γνώση μας ἀποκτάται μέσῳ τῆς ἐμπειρίας. Ὁ Ῥάσσελ θεωρεῖ ὅτι ὁ Λόκ ἀπέτυχε στὸ νὰ ἀποδείξει τὴν ἐν λόγῳ θεωρία, διότι, ἀρκετοὶ φιλόσοφοι συνέγγραφαν πολὺ πειστικὰ φιλοσοφικὰ συστήματα καὶ θεωρήματα, ἀλλὰ κυρίως εἰς βάρος τῆς συνέπειας. Δηλαδὴ, οἱ θεωρίες τοῦ Λὸκ ἦταν ἀρκετὰ πειστικὲς, ἀλλὰ ἀσυνεπεῖς, ὅπως καὶ ἄλλες π.χ. ὁ Ἰδεαλισμός.
Ὁ Λὸκ εἰσαγάγει συστηματοποιημένα τὴν διάκρισην πρωτευουσῶν καὶ δευτρευουσῶν ποιοτήτων. Οἱ πρωτεύουσες ποιότητες, είναι: ἀνεξάρτητες τῆς νοητικῆς ἀντιλήψεως (mind-independent), καὶ εἶναι ἡ ἔκταση, ἡ μάζα, τὸ σχήμα, τὸ ὕψος, τὸ βάρος, οἱ ἀριθμοί, ἡ κίνηση, ἡ ἀδράνεια, κ.ο.κ. Οἱ δευτερεύουσες ποιότητες, εἶναι: ἐξαρτώμενες τῆς νοητικῆς ἀντιλήψεως (mind-dependent), καὶ εἶναι, τὰ χρώματα, οἱ γεύσεις, οἱ μυρωδιὲς κ.ο.κ.
Τὴν ἐν λόγῳ Καρτεσιανή διάκριση, ἔρχεται ἑτεροχρονισμένα ὁ Μπέρκλεϋ καὶ τὴν ἀπορρίπτει, διότι, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε γνώση ἑνὸς ἀντικειμένου, ἀπὸ καθαρὰ καὶ μόνο πρωτεύουσες ποιότητες. Ὁ Μπέρκλεϋ, βέβαια, θεωρεῖ ὅτι ἔχουμε ἀδιαίρετες συλλογές ἀπὸ ποιότητες, ἄνευ ὑλικῆς ὑποστρωμάτωσης (substratum) τῶν ποιοτήτων καὶ τῶν πραγμάτων.
Νὰ σημειώσω καὶ κάτι τὸ σημαντικόν, ὥστε νὰ φανερωθεῖ κάπως καλύτερα ἡ σύγκλησις μεταξὺ ἔμμεσου Ῥεαλισμοῦ καὶ Ἰδεαλισμοῦ, ἀμφότερα ἐμπειριστικὰ συστήματα, ὅπερ συσχετίζεται μὲ τὴν πυρηνικὴ ουσία τοῦ ἐρωτήματος ὅπου μᾶς ἐτέθη.
Ἐπιχείρημα πρῶτον (1ον):
Ὁ ἔμμεσος ῤεαλισμὸς τοῦ Λὸκ καὶ ὁ ἰδεαλισμὸς τοῦ Μπέρκλεϋ ἔχουν ἀμφότερα τὰ φιλοσοφικὰ συστήματα, μεγάλο πρόβλημα στὸ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὅλη ἡ γνώση μας ἀποκτάται μέσῳ τῆς ἐμπειρίας.
Κατὰ τὸν Ῥάσσελ, πρόκειται κατ΄οὐσίαν γιὰ ἄλυτο φιλοσοφικὸ πρόβλημα ἡ ἐρωτηματικὴ θεματολογία μας.
Ὁ ἔμμεσος Ῥεαλισμὸς προτάσσοντας τὴν θεωρία του Ὑλισμοῦ, γιὰ νὰ ἀμυνθεῖ, κατὰ τοῦ Ἰδεαλισμοῦ, θεωρεῖ ὅτι ἡ γνώση μας ἔχει [προέλευση] ἤ ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν ὑλικὴν πραγματικότητα. Ὁ Ὑλισμὸς μετὰ τοῦ Ῥεαλισμοῦ, θεωροῦσιν, ὅτι τὸ αἴτιο τῶν γνωσιολογικῶν ἰδεῶν μας εἶναι ἡ ὕλη.
Τὸ [φιλοσοφικό] πρόβλημα ἐστιάζει στὸ ἰσχυρό ἰδεαλιστικὸ ἐρώτημα κατὰ τῶν ἔμμεσων ῥεαλιστῶν καὶ ὑλιστῶν, ὅπου ἐρωτά:
«πῶς ἀκριβῶς ἤ μὲ ποιὸν τρόπον ἀκριβῶς ἐπιδρᾶ ἡ ὕλη ἤ ἡ ὑλικὴ πραγματικότητα, στὸν νοῦν καὶ τὴν νοητικὴν ἀντίληψη;».
«Ποιὰ ἡ σχέση ἤ ἡ διασύνδεση νοῦ/σώματος;».
Τὰ ἐν λόγῳ ἐρωτήματα παραμένουν ἀναπάντητα, πράγμα που συνιστὰ [μεγάλο] πονοκέφαλο στοὺς ἔμμεσους ῥεαλιστὲς καὶ ὑλιστές.
Ἀπομένει βέβαια ἀπὸ τοὺς σύγχρονους Νευροεπιστήμονες νὰ μᾶς ἀποκαλύψουν τὶς λύσεις τοῦ ἐν λόγῳ φιλοσοφικοῦ αἰνίγματος,  μὲσῳ τῆς πειραματικῆς διαδικασίας.
Ἄρα, ἔχω την δικαιολογημένη μᾶλλον αἴσθηση ὅτι τὸ ἐν λόγῳ (πρῶτο) προηγούμενο ἐπιχείρημα, κλονίζει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὰ ἔωλα θεμέλια τοῦ Ἐμπειρισμοῦ. Πῶς ἀκριβῶς νὰ ἀπαντήσει κανείς καταφατικὰ σ΄ἕνα διαχρονικὸο πρόβλημα τῆς Φιλοσοφίας;
Βέβαια σ΄ αυτό ταὸ σημεῖο νὰ προτάξω καὶ ἕνα (ἄλλο) ἐπιχείρημα [ἐκεῖνο] τοῦ Μπέρκλεϋ, ὥστε νὰ καταφανεῖ μία ἀκόμη φορὰ ἡ σύγκλησις, μεταξὺ ἔμμεσου ῥεαλισμοῦ καὶ τοῦ ἰδεαλισμοῦ.
Ἐπιχείρημα δεύτερον (2ον):
  1. Ἀντιλαμβανόμαστε (μέσῳ τῶν αἰσθήσεων) συνηθισμένα ἀντικείμενα (π.χ. βουνά, καταράκτες, ζωάκια, ποτάμια, κ.ἄ.).
  2. Ἀντιλαμβανόμαστε μόνον ἰδέες.
  3. Ἄρα, τὰ συνηθισμένα ἀντικείμενα εἶναι μόνον ἰδέες.
Τυποποιημένο τὸ ἐπιχείρημα στὸν Προτασιακό Λογισμὸ ἔχει ὥς ἑξῆς:
  1. P
  2. Q
  3. P ˄ Q
Ἡ πρῶτη προκείμενη [πρόταση] ὑπονοεῖ σαφῶς τὸ θεμέλιο τοῦ ἔμμεσου ῥεαλισμοῦ, ὅτι πράγματι μέσῳ τινῶν ἐμπειριῶν ἀντιλαμβανόμαστε συνηθισμένα ἀντικείμενα. Ἡ δεύτερη προκείμενη [πρόταση] εἶναι τὸ θεμέλιο τοῦ Ἰδεαλισμοῦ (Esse est percipi), γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι τῆς παρούσης νὰ τὸ ἀναλύσουμε.
Νὰ προσθέσω ὅμως σὲ ἀντιπαραβολὴ τῆς ἰδεαλιστικῆς ἀρχῆς ἕνα ἀκόμη μικρὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖο, (ἄν θυμάμαι καλῶς) εἶναι τοῦ Χιοῦμ, ὁ ὁποίος ὥς ὑπέρμαχος τοῦ ῥεαλισμοῦ, διενεργεῖ [σοβαρή] ἀπόπειρα καὶ διαψεύδει τὸν Ἰδεαλισμό.
Π.χ.: Ἄν ἀντικαταστήσουμε τὸ «Esse est percipi» μὲ τὸ ἐπόμενο [ῥηθέν]:
«Τὸ κίτρινο τῆς συνειδήσεῶς μου εἶναι τὸ κίτρινο ἀντικείμενο ποὺ παρατηρῶ στὸν ἐξωτερικὸ κόσμο», τοῦτο μοιάζει μὲ εἴδος ταυτολογίας. Ὁ Μπέρκλεϋ [ὅμως] μὲ τὸ μεγάλο καὶ (συν)γνωστὸ ἐπιχείρημά του, ἀποδεικνύει, σαφῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ταυτολογίας, ἀλλὰ περὶ ἀντιφάσεως. Ὁ Ἰδεαλισμός, θεωρεῖ, ὅτι τὸ κίτρινο ἀντικείμενο δὲν εἶναι τὸ ἴδιο καὶ [τό] αὐτὸ μὲ τὸ κίτρινο τῆς συνειδήσεως. Ὁ ῥεαλισμὸς θεωρεῖ ὅτι τὸ κίτρινο τῆς συνειδήσεως ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου.
Ἐπιπρόσθετα, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ χρόνος (στὸ ὑπό ἐξέτασιν δοκίμιο) δὲν εἶναι ἐπαρκὴς [γιὰ] νὰ ἀναλύσουμε περισσότερο τὴν σκέψη καὶ τὰ ἐπιχειρήματά μας νὰ προσθέσω, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ προηγούμενο παράδειγμα τοῦ Χιοῦμ, ὁ ἴδιος καταλήγει νὰ θεωρεῖ, ὅτι τὸ «percipi» τοῦ Μπέρκλεϋ δὲν ἔχει τὸ ἴδιο νόημα μὲ τὸ «esse». Ὁ Χιοῦμ, προβαίνει σὲ μιᾶ ἀκαταμάχητη ἀναίρεση τοῦ Ἰδελισμοῦ ἀλλὰ δὲν τὸν ἀποδεικνύει ὥς ψευδῆ, ἀλλὰ ὥς ἀντιφατικόν.
Ὁ Χιοῦμ, βέβαια, χρησιμοποιεῖ ὀξυνούστατα [καὶ] σημαντικὰ φιλοσοφικὰ ἐργαλεία γιὰ νὰ καταγγράψει τὴν διάψευσιν τοῦ Ἰδεαλισμοῦ, ὅπως: τὸ δίλλημα τοῦ ὁρισμοῦ, τὴν διάκριση αἰσθήσεων/ἀντικειμένου κ.ἄ.
Ὡστόσο, τὸ πλέον σημαντικὸ γιὰ τὸ θέμα μας εἶναι, ὅτι ὁ Χιοῦμ ἀπορρίπτει τὴν Ἀρχὴν τῆς Ἐπαγωγῆς. Ἡ Ἀρχὴ τῆς Ἐπαγωγῆς, εἶναι: μιᾶ ἀνεξάρτητη Λογικὴ ἀρχὴ ὅπου ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέρους παρατηρησιακὰ δεδομένα ἀνάγεται σὲ γενικὰ συμπεράσματα. Τὴν ἐν λόγῳ ἀρχὴ τὴν χρησιμοποιοῦν κατὰ κόρον οἱ Θετικὲς ἐπιστῆμες καὶ ὁ μέσος ἄνθρωπος στὴν καθημερινότητά του. Διὰ μέσῳ τῆς ἐπαγωγῆς, ἀποκτοῦμε, τὴν μεγάλη γνώση μας περὶ τῶν ἐπιστημῶν.
Συνεπὼς, [ἐν κατακλείδι] ἄν καὶ μόνο ἄν διὰ μέσῳ τῆς ἀρχῆς ταὴς ἐπαγωγῆς, καὶ ὄχι -ἀποκλειστικῶς- μέσῳ τας ἐμπειρίας, ἀποκτάμε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς γνώσεώς μας. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἀποδειχθεῖ (μέχρι στιγμῆς) ἡ φιλοσοφικὴ θέση ὅτι ὅλη ἡ γνώση μας ἀποκτάται μέσῳ τῆς ἐμπειρίας. Συναφῶς, ἄν καὶ ἐξ ἀρχῆς ἔκλινα, ὅτι ἐν μέρει ἀποκτάται καὶ δὲν ἀποκτάται, ταυτόχρονα, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὥς ἀντίφαση, θεωρῶ τελεσίδικα, ὅτι ἐν μέρει ἀποκτάται ἕνα μεγάλο μέρος τῆς γνώσεως ἀπὸ τὴν ἐμπειρία, ἕνα ἄλλο μέρος ἀπὸ τὴν ἐπαγωγὴν καὶ ἕνα ἄλλο μέρος (πιθανότατα καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος) παραμένει [ἄλυτο καὶ ἄγνωστο] μυστήριο…!


Τοῦ Παναγιώτη Π. Νούνη


Ἐνδιάμεση Γραπτὴ Ἐξέταση στὸ Τμήμα Κλασικῶν Σπουδῶν καὶ Φιλοσοφίας, στὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου Κύπρου, Γ΄ Ἑξάμηνο, 2017, Διδάσκων: Δρ Ἀνδρέας Βραχίμης, Μάθημα: Σύγχρονος Ἐμπειρισμός (ΦΙΛ 282). Βαθμολογία: 7,5/10.